Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Όταν η Ελλάδα γιορτάζει
Το ζύμωμα του Χριστόψωμου
Από τις προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που αναφέρεται στο ζύμωμα του χριστόψωμου. Η συνήθεια αυτή είναι πολύ ριζωμένη στους αγρότες και τους τσοπάνηδες. Απλές και ταπεινές νοικοκυρές κάνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια. Θεωρείται το έργο αυτό θείο, είναι έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Κατά τόπους φτιάχνεται σε διάφορες μορφές το Χριστόψωμο κι έχει διαφορετικές ονομασίες όπως: "το ψωμί του Χριστού", "Σταυροί", "βλάχες" κ.ά."
Την παραμονή των Χριστουγέννων "παντρεύουν", σε πολλά μέρη της Ελλάδας, τη φωτιά. Παίρνουν ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, ας πούμε πλάτανος και ο νοικοκύρης λέγει: "Παντρεύω σε φωτιά για το καλό της νοικοκυράς".
Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα έβαζαν άλλοτε στο τζάκι δώδεκα αδράχτια για να τα βλέπουν οι καλικάντζαροι να μη κατεβαίνουν από την καπνοδόχο. "Οι πιστοί στις παραδόσεις από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια που φεύγουν οι καλικάντζαροι, δεν τρώνε ελιές, φασόλια και σύκα για να μην κάνουν καλογήρους".
Στη Λήμνο την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων σφάζουν γουρουνόπουλα και το βράδυ της ίδιας μέρας χορεύουν.
Η νηστεία των πιστών
Σαράντα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσε η νηστεία των πιστών, για να εξαγνιστούν και να είναι ψυχικά έτοιμοι να δεχθούν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου. Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν για το σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να σφάξουν οι άνδρες του σπιτιού την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ιγνατίου -στις 20 Δεκεμβρίου δηλαδή - ή την παραμονή των Χριστουγέννων.
Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας αποτελούσε λοιπόν το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο γεύμα των κατοίκων των Προμάχων και της Σωσάνδρας, όπως άλλωστε και σήμερα. Επίσης, έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.
Οι νοικοκυρές, συνήθως την παραμονή των Χριστουγέννων, άνοιγαν φύλλα για τον μπακλαβά και έφτιαχναν το πατροπαράδοτο αυτό γλυκό των Χριστουγέννων χρησιμοποιώντας σουσαμόλαδο. Ήταν μια διαδικασία στην οποία επιδίδονταν οι άξιες νοικοκυρές με κέφι και μεράκι. 'Eπειτα, περήφανες μοίραζαν κομμάτια από τον μπακλαβά σε φιλικά σπίτια.
Το βράδυ της παραμονής οι κάτοικοι των δυο χωριών κουβαλούσαν ξύλα από τα σπίτια τους και τα πήγαιναν στην πλατεία του χωριού τους, όπου άναβαν τη "μεγάλη φωτιά". Χαρούμενοι ξενυχτούσαν λοιπόν όλοι στη πλατεία αντικρίζοντας με θαυμασμό αυτή τη φωτιά, που συμβολίζει τη θεϊκή λάμψη που έφερε ο Χριστός με τον ερχομό του στη γη. Πρόκειται για ένα έθιμο που και σήμερα τηρούν οι κάτοικοι των χωριών αυτών με μεγάλη χαρά.
Ανυπόμονα και με διάχυτη στα πρόσωπά τους τη χαρά περίμεναν τα παιδιά να έρθουν τα μεσάνυχτα, για να χωριστούν σε παρέες και να τραγουδήσουν στα σπίτια του χωριού τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Το έθιμο με τα κάρβουνα
Και στους Προμάχους αλλά και στη Σωσάνδρα υπήρχε η συνήθεια να βάζει η γιαγιά στο τζάκι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων πέντε κάρβουνα, που το καθένα ταυτίζονταν με κάποιο αγροτικό προϊόν. Το ένα κάρβουνο ταυτιζόταν με το σιτάρι, το άλλο με το καλαμπόκι, το άλλο με το κριθάρι. Αν γινόταν μέχρι το πρωί στάχτη όλα τα κάρβουνα, τότε θα υπήρχε καλή σοδειά τη νέα χρονιά σε όλα τα αγροτικά προϊόντα. Αν όμως γίνονταν στάχτη μερικά κάρβουνα, τότε θα υπήρχε καλή σοδειά μόνο στα προϊόντα που συμβόλιζαν τα αντίστοιχα κάρβουνα. Το έθιμο φανερώνει την ανησυχία του αγροτικού κόσμου για τη γεωργική παραγωγή της επόμενης χρονιάς.
Σύμφωνα με κάποιο άλλο έθιμο το βράδυ της παραμονής έβγαζε κάθε οικογένεια τρία κάρβουνα από το τζάκι. Το ένα αποσκοπούσε στην προστασία της οικογένειας από το Θεό, το δεύτερο στη πρόοδό της οικογένειας και το τρίτο ήταν για τα ζωντανά. Ο παππούς έκοβε ένα ξύλο ροδιάς ή τζιτζιφιάς και το έβαζε στη φωτιά, που έκαιγε μέσα στο τζάκι. Εκεί το ξύλο καίγονταν λίγο-λίγο κατά την διάρκεια του βραδινού φαγητού, διαδικασία που γινόταν κάθε βράδυ από την παραμονή μέχρι τα Φώτα. 'Eπειτα ο παππούς έκοβε ένα κομματάκι από το ξύλο που δεν είχε καεί και το έδενε στο αλέτρι, για να είναι "γερό" το αλέτρι και να υπάρχει αφθονία στη γεωργική παραγωγή. Το καμένο ξύλο το έκρυβαν σε κάποιο σημείο του αμπελιού.


Την παραμονή των Χριστουγέννων η γιαγιά ζύμωνε ένα ψωμί με σόδα, όπου έβαζε μια τρύπια δεκάρα και στη συνέχεια το έψηνε "στη στάχτη". Το βράδυ της ίδιας μέρας, αφού μαζεύονταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι, ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι ήταν αφιερωμένο στο Θεό, το δεύτερο στο σπίτι, για το "καλό", το επόμενο στα ζώα, για την παραγωγή τους. 'Eπειτα έπαιρνε ένα κομμάτι κάθε μέλος της οικογένειας. Είναι αξιοσημείωτο ότι το μοίρασμα του χριστόψωμου είναι έθιμο που παραπέμπει στις σπονδές των αρχαίων Ελλήνων.
Στη συνέχεια η δυναμική γιαγιά έδενε με μια κλωστή το φλουρί σ' ένα γκιούμι, όπου έμενε μέχρι το πρωί των Φώτων. Τότε τα εγγόνια πήγαιναν να γεμίσουν νερό στο γκιούμι, απ' όπου έπιναν τα μέλη της οικογένειας, για να υπάρχει υγεία. Και η γιαγιά φύλαγε την "τρύπια δεκάρα" του τυχερού μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Το πρωί των Χριστουγέννων, χαρούμενοι και καθαροί από τη νηστεία των σαράντα ημερών, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία, για να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού.
Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι, όπου γίνονταν πλούσιο φαγοπότι με βασικό φαγητό το χοιρινό κρέας κι έπειτα ακολουθούσε χορός και τραγούδι. Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο οι νοικοκυρές "δε σήκωναν το τραπέζι", γιατί κυριαρχούσε η δοξασία ότι θα καθόταν ο Χριστός, για να φάει. Το τραπέζι το μάζευαν το επόμενο πρωί.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία του χριστουγεννιάτικου δένδρου, από τους Προμάχους και τη Σωσάνδρα τα παλιότερα χρόνια, όπως άλλωστε και από τα περισσότερα μέρη της Ελλάδας. Η καθιέρωση όμως και στα χωριά αυτά τα τελευταία χρόνια του εθίμου αυτού, που παραπέμπει στο αρχαίο ρωμαϊκό έθιμο του στολισμού των σπιτιών με κλαδιά δένδρων και που πέρασε σε μας από τις βόρειες χώρες δεν είναι κατακριτέα. Κι αυτό, γιατί το χριστουγεννιάτικο δένδρο, που συμβολίζει την αναπαραγωγή, την αναβλάστηση, το "οικογενειακό δένδρο" και την καινούρια ζωή, χαρίζει κέφι και χαρά σε μικρούς και μεγάλους, απομακρύνοντάς τους από την πεζή πραγματικότητα.
Το τάισμα της βρύσης
Στην Κεντρική Ελλάδα τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων γίνεται το "τάισμα" της βρύσης. Πηγαίνουν τα μεσάνυχτα ή προς τα χαράματα οι κοπέλες στην πιο κοντινή βρύση και παίρνουν το αμίλητο νερό, αφού αφήσουν προηγουμένως εκεί βούτυρο, τυρί, ή ψημένο σιτάρι ή κλαδί ελιάς.
Στα Γρεβενά ανάβουν μεγάλο κούτσουρο, στη γωνιά από την παραμονή των χριστουγέννων και η φωτιά καίει συνέχεια μέχρι τα Φώτα για να προστατεύει την οικογένεια από τα ''δαιμονικά".
Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων (αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς), πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση "για να κλέψουν το άκραντο νερό". Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ' όλη τη διαδρομή.

'Oταν φτάνουν εκεί, την "ταϊζουν", με διάφορες λιχουδιές: βούτυρο, ψωμί, τυρί... Και λένε: "'Oπως τρέχει το νερό σ' βρυσούλα μ', έτσ' να τρέχ' και το βιο μ'". 'Eπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, "κλέβουν νερό" και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιουν όλοι από τ' άκραντο νερό. Με το ίδο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Τα καρύδια
Την ημέρα των Χριστουγέννων , τα παιδιά , κορίτσια και αγόρια , παίζουν "τα καρύδια".
Το παιχνίδι είναι ομαδικό και παίζεται ως εξής:
Κάποιο παιδί χαράζει με ένα ξυλάκι στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Πάνω σε αυτή την ευθεία γραμμή κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά.
Μετά , ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή - σειρά των καρυδιών ,σκυφτός , με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του , σημαδεύει κάποιο από τη σειρά των καρυδιών. Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει , συνεχίζει ο επόμενος παίκτης.
Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να κερδιθούν όλα τα καρύδια...
(κείμενο που το βρήκαμε στο βιβλίο της δασκάλας Αγγελικής Μαστρομιχαλάκη "Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια")
Οι κολώνιες
Στην Κεφαλλονιά , καθώς και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, Κέρκυρα , Ζάκυνθο κλπ. οι κάτοικοί τους χαίρονται με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο , τις άγιες ημέρες του Δωδεκαήμερου.
Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία , τρώγοντας , πίνοντας, τραγουδώντας , αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλον.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς , το βράδυ , οι κάτοικοι του νησιού γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολώνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας:
"Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς."
Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλάσσουν είναι: "Καλή Αποκοπή", δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.
"Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε, ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρούμε και να πανηγυρίζουμε Περιτομήν Κυρίου, την εορτή του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου".
(κείμενο που το βρήκαμε στο βιβλίο της δασκάλας Αγγελικής Μαστρομιχαλάκη "Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια")
Το έθιμο του ροδιού
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς , η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία , ντυμένοι όλοι με τα καλά τους ρούχα για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και να υποδεχτούν το νέο χρόνο , καλό κι ευλογημένο.
Ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν, δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του. Έτσι θα είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι.
Μπαίνοντας μέσα , με το δεξί ποδάρι, σπάζει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: "με υγεία , ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι , τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά".
Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες να είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες , τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
(κείμενο που το βρήκαμε στο βιβλίο της δασκάλας Αγγελικής Μαστρομιχαλάκη "Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια")
Το Χριστόξυλο
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας , από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού.
Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο , για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην πυροστιά το Χριστόξυλο.
Ο λαός λέει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο , ζεσταίνεται ο Χριστός , εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ.
Σε κάθε σπιτικό , οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.
(κείμενα που τα βρήκαμε στο βιβλίο της δασκάλας Αγγελικής Μαστρομιχαλάκη "Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια")
Η σφαγή του γουρουνιού στη Θεσσαλία
Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν για το σκοπό αυτό.
Το γουρούνι αναλάμβαναν να το σφάξουν οι άντρες του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές.
Το χοιρινό κρέας αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο γεύμα, όπως άλλωστε και σήμερα.
Επίσης, έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.
Το πάντρεμα της φωτιάς
Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας "παντρεύουν", τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά δέντρα.
Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους.
Στη Θεσσαλία, τα κορίτσια έβαζαν δίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά αγριοκερασιάς.
Τα λυγερά αυτά κλωνάρια αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες και μια καλότυχη γενικά ζωή. 'Οποιο κλωνάρι καιγόταν πρώτο σήμαινε ότι ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, καθώς και ποιο θα παντρευόταν πρώτο ανάλογα αν ήταν κέδρος ή αγριοκερασιά.
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.
Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και λέει: "Παντρεύω σε φωτιά για το καλό του νοικοκυριού".
Σε κάθε σπιτικό, προσπαθούν να διατηρήσουν τη φωτιά αυτή να καίει μέχρι τα Φώτα.
Η νοικοκυρά του σπιτιού έχει φροντίσει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Ο λαός λέει ότι καθώς καίγονται τα ξύλα αυτά, ζεσταίνεται ο Χριστός, εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ.
Το φως των Χριστουγέννων
Άστρο λαμπρό τους οδηγεί...Το φως της Άγιας Νύχτας είναι ξεχωριστό. Ακόμα και αν είναι ο ουρανός συννεφιασμένος υπάρχει ένα φως γαλήνης, μία αχτίδα αισιοδοξίας που φωτίζει την κρύα χειμωνιάτικη νύχτα. Στη Χίο τα κορίτσια μαζεύονται σε ένα σπίτι. Αψηφούν το κρύο, ανοίγουν τα παράθυρα και βάζουν ένα ξερό κλαράκι βασιλικού δίπλα σε μία εικόνα της Παναγίας. Αρχίζουν να τραγουδούν τους χριστουγεννιάτικους, παραδοσιακούς, τοπικούς ύμνους και πριν καλά ξημερώσει μια λάμψη φωτίζει τη νύχτα. Είναι η ώρα που κάθε κορίτσι, κάθε γυναίκα κάνει μία ευχή και αυτή η ευχή βγαίνει αληθινή.
Κόλιντα Μπάμπω
Στην Πέλλα αναβιώνει το έθιμο της "Κόλιντα Μπάμπω" που έχει σχέση με τη σφαγή του Ηρώδη.
Οι κάτοικοι της περιοχής ανάβουν το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου φωτιές φωνάζοντας "κόλιντα μπάμπω" δηλαδή "σφάζουν, γιαγιά".
Σύμφωνα με τους κατοίκους, αυτό το βράδυ ο βασιλιάς Ηρώδης διέταξε τη σφαγή όλων των αρσενικών νηπίων κάτω από την ηλικία των 2 χρονών, ώστε να μην κινδυνέψει από τον Ιησού.
Η φωτιά ενημερώνει τους κατοίκους να προφυλαχθούν όχι μόνο από το βασιλιά, αλλά και από το κακό που ίσως παραφυλάει για τον καινούριο χρόνο.
Μπουμπουσιάρια ή ρουγκατσιάρια
Μπουμπουσιάρια ή ρουγκατσιάρια ονομάζονται στη Δ. Μακεδονία τα καρναβάλια που γίνονται την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια.
Μπουμπουσιάρια τα λένε κυρίως στη Σιάτιστα και τα γύρω χωριά, καθώς και στα Βλαχοχώρια των Γρεβενών.
Ως ρουγκατσιάρια είναι γνωστά σ' ολόκληρο τον υπόλοιπο νομό Κοζάνης, στην Καστοριά κ.λπ. Στην τελευταία αυτή μάλιστα αποκαλούνται ειδικότερα ρογκουτσάρια και γίνονται στις 7 και 8 του Γενάρη, δηλ. τ' Αγιαννιού.
Στη Σιάτιστα τα μπουμπουσιάρια γίνονται την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια -κυρίως τα Θεοφάνια- ενώ σ' όλα τα άλλα χωριά του Βοΐου μόνο την Πρωτοχρονιά.
Εξαίρεση αποτελεί η Εράτυρα. Εκεί το ωραίο αυτό έθιμο το συναντούμε την επομένη της Πρωτοχρονιάς.
Το έθιμο της ζύμης στην Κρήτη
Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου, στην Κρήτη, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων βάζανε λίγη κοινή ζύμη σ' ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζανε (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι.
Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός (ο Χριστός γεννάται κι ανασταίνεται κάθε χρόνο, γιατί για την Εκκλησία ο χρόνος έχει άλλους συμβολισμούς).
Το αναμένο πουρνάρι στην Ήπειρο
Στην Ήπειρο έχουν μια ωραία συνήθεια που τη βασίζουν σε μια παλιά παράδοση. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, λέει, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήτανε νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους.

Από τότε, λοιπόν, έχουν τη συνήθεια στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.

Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται:
«Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!»

Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ' αφήσουν τ' όνομα το πατρικό να σβήσει.
Σκυλοκρέμμυδο
Το σκυλοκρέμμυδο ή κρεμύδα (Scilla maritima) είναι συνηθισμένο φυτό στην Κρήτη.
Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι.
Ακόμα και να το βγάλεις απ' τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα και άνθη.
Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα, γι' αυτό την πρωτοχρονιά κρεμούν σκυλοκρέμμυδο στα σπίτια τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου